
Ξαπλωμένη, μπρούμυτα στο γρασίδι παρακολουθώ μαγεμένη, όσα διαδραματίζονται στη σκηνή του φεστιβάλ της ΟΝΝΕΔ. Η μουσική είναι γιορτινή και οι άνθρωποι εκθαμβωτικοί. Ένα ελαφρό αεράκι κυματίζει τις γαλάζιες σημαίες και η καρδιά μου χοροπηδάει άταχτα μέσα στο στήθος μου. Ενθουσιάζομαι και χτυπάω παλαμάκια. Είμαι δώδεκα χρονών, η καρδιά μου και το μυαλό μου είναι γεμάτα εικόνες. Η Ο.Ν.ΝΕ.Δ, μου έχει κλέψει την καρδιά…
Λίγες μέρες μετά μπαίνω στα γραφεία Εμμ. Μπενάκη και Νικηταρά, στον τρίτο όροφο, μαζί με το θείο μου, εκείνος είναι ήδη ΟΝΝΕΔίτης. Στην είσοδο συναντάμε, ένα ψηλό όμορφο νέο. Τον κοιτάζω ντροπαλά και σκέφτομαι, πως όλοι είναι όμορφοι εδώ, καθαρά βλέμματα, καθαρές ματιές, καθαρά πρόσωπα. Ο θείος μου του εξηγεί, ότι του έχω πάρει τα μυαλά και θέλω να γίνω ΟΝΝΕΔίτισα, αλλά είμαι πολύ μικρή, μόλις έχω κλείσει τα δώδεκα και η ΜΑΚΙ δέχεται από 13. Δε θέλω να πάω στη ΜΑΚΙ φωνάζω, άλλωστε δε ξέρω τι είναι, θέλω να γίνω ΟΝΝΕΔίτισα!!! Ο όμορφος με κοιτάει χαμογελώντας και λέει ότι δεν πειράζει, αν το θέλω τόσο πολύ μπορώ να γίνω ΟΝΝΕΔίτισα, αλλά μου τονίζει πως πρέπει πρώτα να διαβάσω πολλά βιβλία και να ενημερωθώ, να μάθω πράγματα για να ξέρω γιατί είμαι ΟΝΝΕΔίτισα. Φεύγω από τα γραφεία πετώντας, είμαι πια ΟΝΝΕΔίτισα!!!!! Ο Αντώνης Σαμαράς, μου έχει κλέψει την καρδιά…

Μία νέα και όμορφη γυναίκα, πελάτισσα στο κατάστημα του πατέρα μου, ψωνίζει για τα παιδιά της. Πιάνει συζήτηση με το μπαμπά μου και μιλάνε για πολιτική. Μόλις φεύγει, ο μπαμπάς μου με φωνάζει και μου λέει, ότι η κυρία είναι στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας και του ζήτησε να με αφήσει να συναντηθώ με τα παιδιά της και με φίλους τους για να φτιάξουμε την ΟΝΝΕΔ Γλυφάδας. Μόλις είδα για πρώτη φορά τη Φάνη Πάλλη Πετραλιά.
9 Μαρτίου 1982
Ιδρύεται η Ο.Ν.ΝΕ.Δ Γλυφάδας, Γενικός γραμματέας ο Πάνος Καμμένος, Αναπληρωτής εγώ, υπεύθυνος ΜΑΚΙ ο Μίλτος Βαρβιτσιώτης, υπεύθυνη κινητοποίησης η Αλεξάνδρα Πάλλη, γραμματέας η Έλενα Τόμπρου και μέλη ο Γιώργος Χιδίρογλου και η Κατερίνα Γεωργακοπούλου. Όλα παιδιά από 13 ως 17 χρονών, οι μικρότεροι από όλα τα τοπικά γραφεία του Λεκανοπεδίου. Όταν γνωριστήκαμε με τον τομεάρχη μας, υπήρχε έκδηλη η απορία του για το αν θα τα καταφέρναμε στις τότε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Εμείς όμως είμαστε ερωτευμένοι με τη ζωή, με την ελευθερία, με τη πατρίδα μας, με τη Δημοκρατία με τη Νέα Δημοκρατία. Για τη Σημαία και το Σταυρό, αν χρειαστεί και στο βουνό, εμείς δεν ξέρουμε ζυγό…


Σήμερα είμαστε σαραντάρηδες ή πενηντάρηδες και τα παιδιά μας δε πάνε στη Νικηταρά στην καλύτερη περίπτωση πάνε στη Λυκούργου ή δεν πάνε πουθενά. Συχνάζουνε σε καφετέριες, μπιλιάρδα ή κάνουν virtual παρέες στο internet, κάνουν αναρτήσεις στο facebook και διαδηλώνουνε από τον καναπέ τους. Η νεολαία ακούγεται για τις μολότοφ, τα full face, τις κουκούλες, τα σπασίματα και τα καψίματα. Μέσα στο χάος των προσωπικών συμφερόντων, των φερέφωνων, της απαξίωσης, της άνισης μεταχείρισης, της ανυπαρξίας ιδανικών και της ανηθικότητας κάποιος βράδυ, ξαφνικά είδαμε να λάμπει ένα χαμόγελο, μία ματιά με συστολή, με ευγένεια, μια δυναμική χειραψία, ένα ζωηρό παράστημα, μία καλλιεργημένη ύπαρξη. Μετά από χρόνια ένιωσα μία γλύκα και μία ζεστασιά, ένα βλέμμα φωτεινό και σταθερό που έδινε υποσχέσεις για ένα καλύτερο αύριο, για μία νεολαία με ιδανικά, με απαιτήσεις, με θέλω και μπορώ. Μία σταθερή δύναμη που σε έκανε να νοιώθεις ότι θέλεις να ξαναγυρίσεις στη νεολαία, στις θύμησες, στην Εμμ. Μπενάκη και Νικηταρά.

Κώστα να σαι καλά, μας γύρισες πίσω χρόνια πολλά, μας έκανες να δακρύσουμε, να νοσταλγήσουμε και να επιθυμήσουμε τα χρόνια τα δικά μας, τα παλιά. Μέσα από τη ψυχή μας, ευχόμαστε να πάρεις ότι επιθυμείς, εμείς θα είμαστε εδώ για να βοηθήσουμε σε ότι μπορούμε. Είμαστε δίπλα σου για να κάνεις το όραμα σου για ήθος, μαχητικότητα και ιδεολογία, πραγματικότητα. Σε ευχαριστούμε γιατί σφίγγοντας σου το χέρι, νοιώσαμε για λίγο όπως όταν ήμασταν στην Εμμ. Μπενάκη και Νικηταρά.
Γι άλλη μία φορά, η ΟΝΝΕΔ μας είχε κλέψει την καρδιά……