Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

Μ’ αγαπάς Νονά μου;

Ήμουν ο πρώτος άνθρωπος που την έπιασε στα χέρια του μόλις γεννήθηκε. Ένα μικρό πανέμορφο πλασματάκι, με σφιγμένες γροθίτσες, κλειστά ματάκια και πανέμορφα χειλάκια. Το κοριτσάκι μας ήρθε στον κόσμο, σαν σήμερα πριν από πέντε χρόνια ακριβώς. Όταν την αγκάλιασα έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια μου και ένα μοναδικό συναίσθημα, απερίγραπτο γέμισε το μυαλό και την ψυχή μου. Δεν την αγαπάω απλά, τη λατρεύω. Γέμισε τις μέρες μου με χαμόγελα και χαρά. Τα πρώτα της αδέξια βηματάκια, τα πρώτα της λογάκια. Καθόταν στην αγκαλιά μου όταν είπε την πρώτη της λεξούλα και δεν ήταν σαν όλα τα παιδάκια, είπε Νονά.

Το κοριτσάκι μου, με αγκαλιάζει με λατρεία όταν με βλέπει και γλιστράει το χεράκι της μέσα στα δικά μου για να πάμε στην παιδική χαρά ή βόλτα. Είναι κούκλα με τα μεγάλα αμυγδαλωτά της μάτια και τις καστανόξανθες μπουκλίτσες της. Ρωτάει τόσα πράγματα και θέλει να κλείσει όλα τον κόσμο μέσα στα δυο της χέρια. Μεγάλωσε πια και διαλέγει μόνη της τα ρούχα της αλλά εξακολουθεί να θέλει να κάθετε στην αγκαλιά μου για να της διαβάσω τα αγαπημένα της βιβλία. Μεγάλωσε με την Ελληνική μυθολογία, τους μύθους του Αισώπου και το έχει καμάρι που δεν άκουγε παραμύθια, όπως τα άλλα παιδιά.

Κάποιες μέρες την παίρνω εγώ από το νηπιαγωγείο. Τρέχει με φόρα στην αγκαλιά μου για να τη φιλήσω. Την τελευταία φορά ούτε έτρεξε, ούτε με αγκάλιασε. Με πλησίασε αργά και με σκυμμένο κεφάλι. Με κοίταξε πολύ σοβαρά με τα ματάκια της και με ρώτησε αργά και παραπονεμένα. «Νονάκα μου με αγαπάς;» Βούλιαξε η καρδιά μου και αισθάνθηκα ένα παγωμένο χέρι να μου σφίγγει την καρδιά. Το μωρό μου με ρωτούσε αν το αγαπώ και μάλιστα με τόση πίκρα; Γιατί; Γονάτισα δίπλα της και την πήρα στην αγκαλιά μου πανικόβλητη. «Φυσικά και σε αγαπάω, άγγελε μου. Είσαι όλη μου η ζωή» της είπα και την πήρα αγκαλιά.

Αργότερα στο σπίτι, τη ρώτησα γιατί αναρωτιόταν. Δεν μου απάντησε, παρά μόνο με κοίταξε και μου ζήτησε να πάει να παίξει με τα φουλάρια μου μέχρι να ετοιμάσω φαγητό. Μισή ώρα μετά τη βρήκα μπροστά στον καθρέπτη να δοκιμάζει τα φουλάρια μου πάνω στα μαλλιά της και να κοιτάζει προσεκτικά τον εαυτό της. Είχε διαλέξει ένα μεγάλο μαντήλι και κάλυπτε τα υπέροχα μαλλάκια της και το μισό της πρόσωπο. «Είμαι όμορφη, Νονά;» Με ρώτησε. Πρέπει να ομολογήσω ότι εκείνη τη στιγμή ένας ανεξέλεγκτος και αναίτιος θυμός με πλημμύρισε. Κάτι έτρεχε και εγώ δεν είχα ιδέα. Κάτι έτρωγε την ψυχούλα της.

«Είσαι μία κούκλα μωρό μου, της είπα, αλλά είσαι ακόμα ομορφότερη όταν το μαντήλι δεν κρύβει το προσωπάκι σου και φαίνονται τα πανέμορφα μαλλάκια σου. Τα όμορφα κοριτσάκια δεν βάζουν φουλάρια στο κεφαλάκι τους. Πως θα βλέπει η Νονά πόσο όμορφη είσαι για να σε καμαρώνει;» Σήκωσε το κεφαλάκι της και με κοίταξε με απορία. «Νονά, ο Θεούλης με αγαπάει που είμαι τόσο κακό κορίτσι;» Το επόμενο συναίσθημα ήταν οργή που απειλούσε να πνίξει αυτόν που είχε τραυματίσει την ψυχούλα της γιατί ήμουν σίγουρη πια, ότι κάτι σοβαρό είχε συμβεί. Η βαφτισιμιά μου είχε μεγαλώσει με πολύ αγάπη και κανείς μας δεν την είχε φοβίσει ή απειλήσει ποτέ με τίποτα.

Την τράβηξα στην αγκαλιά μου και καθίσαμε μαζί στον καναπέ. «Μωρό μου» της είπα, «Ο Θεούλης αγαπάει όλα τα παιδάκια, αλλά προτιμάει να τα βλέπει χαρούμενα, γελαστά και χωρίς μαντίλια στο κεφάλι τους για να μπορεί να τα ξεχωρίζει και να ξέρει ποια είναι. Σου έδωσε υπέροχα μαλλάκια, υπέροχα ματάκια και υπέροχο προσωπάκι. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να τα κρύβεις. Είναι αμαρτία να το κάνεις και να μη βλέπει ο Θεούλης τι όμορφο και καλό κοριτσάκι είσαι» Αναστέναξε με ανακούφιση και τύλιξε τα χεράκια της στο λαιμό μου. Έτριψε το προσωπάκι της πάνω στο δικό μου και χώθηκε στην αγκαλιά μου.

Όπως την κρατούσα σφιχτά πάνω μου και άκουγα την καρδούλα της, σκεφτόμουν ότι έπρεπε να μάθω, τι ήταν αυτό που την είχε κάνει τόσο δυστυχισμένη και είχε βάλει στο κεφαλάκι της χίλιες έννοιες, που δεν θα έπρεπε για την τόσο μικρή ηλικία της. Όταν τη ρώτησα γιατί με ρωτούσε τόσα πράγματα, μου απάντησε με την παιδική της αφέλεια. «Νονάκα, έχει έρθει ένα καινούργιο κοριτσάκι στο σχολείο και φοράει μαντήλι στο κεφάλι του. Αυτό μου είπε ότι όλα τα κοριτσάκια που δεν φοράνε μαντίλια είναι άσχημες και δεν τις αγαπάει κανείς, ούτε ο Θεούλης» Με κοίταξε με απορία και συνέχισε: «Έτσι είναι, Νονά μου;»

Πρέπει να ήταν τόσο εμφανής η οργή μου και τόσο παγωμένο το πρόσωπο μου, που η μικρή τραβήχτηκε μακριά μου και με κοιτούσε έντρομη. Συνειδητοποίησα ότι το παιδί τρομοκρατήθηκε και συγκρατήθηκα. Χαμογέλασα βεβιασμένα και την ξαναπήρα αγκαλιά. Όσο πιο προσεκτικά και ήρεμα μπορούσα και χρησιμοποιώντας απλές λέξεις, της εξήγησα τη διαφορά και το προνόμιο του να είσαι Ελληνίδα και να κυλάει στις φλέβες σου ιστορία και πολιτισμός αιώνων. Τη διαφορά ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Τη διαφορά ανάμεσα στις ανύπαρκτες γυναίκες με μαντίλα και στις Σουλιώτισσες, στις Σπαρτιάτισσες, στη Μπουμπουλίνα και στη Μαντώ Μαυρογένους.

Της μίλησα για το πόσο μεγάλο προνόμιο είναι να είσαι Γυναίκα και το πόσο σεβαστή είναι η θέση μιας Ελληνίδας μητέρας, εργαζόμενης, επιστήμονα, νοικοκυράς. Ότι μπορούσε να κάνει τα πάντα στη ζωή της γιατί ο Θεός της έδωσε το προνόμιο να γεννηθεί σε μία χώρα που είναι ελεύθερη να κάνει τις επιλογές της, είναι ελεύθερη να είναι περήφανη που είναι γυναίκα. Το κοριτσάκι μου άνθισε και τα ματάκια της έλαμψαν. Οπλίστηκε με το θαυμασμό για το γένος του και με πολύτιμες γνώσεις που την έκαναν περήφανη. «Νονά» μου είπε, «τώρα κατάλαβα γιατί το κοριτσάκι φοράει μαντίλι, είναι επειδή ντρέπεται που δεν είναι Ελληνίδα».

Την κοίταξα που έφυγε χαρούμενη και χαμογελαστή να πάει να παίξει. Το δικό μου παιδί είχε σωθεί από τη μισαλλοδοξία, το φανατισμό και το μίσος. Το δικό σου όμως, είσαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρει;

Κύριοι βουλευτές νομοθετήστε τώρα και βγάλτε τη μαντίλα από τα σχολεία, αύριο θα είναι πολύ αργά!!!